Κέρδισε η ψήφος τιμωρίας του Τσίπρα.

Κέρδισε η ψήφος τιμωρίας του Τσίπρα.

Του Δημήτρη Καζάκη
Οι ευρωεκλογές αυτή τη φορά στην Ελλάδα είχαν μια σειρά ιδιομορφίες. Αφενός δεν αφορούσαν τόσο την σχέση της Ελλάδας με την Ευρωπαϊκή Ένωση και, αφετέρου, πήραν περισσότερο παρά χαρακτήρα εκλογικής αναμέτρησης για την εγχώρια διακυβέρνηση.
Η Ελλάδα ήταν η μόνη χώρα που κατά την διάρκεια τον ευρωεκλογών δεν ασχολήθηκε στο ελάχιστο με το αίτημα της εξόδου από την ευρωζώνη και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Κάτι που στοίχειωσε τις ευρωεκλογές σε άλλες χώρες.
Αξίζει να σημειώσουμε ότι στη Βρετανία κυριολεκτικά σάρωσε ένα εντελώς νεοσύστατο κόμμα με την επωνυμία Brexit με επικεφαλής τον Νάιτζελ Φάρατζ. Συγκέντρωσε πάνω από 30% των ψήφων με το Εργατικό Κόμμα του Κόρμπιν να έρχεται 3ο με 13,6% έναντι 24,4% του 2014. Οι Τόρηδες της Μέι καταποντίστηκαν στην 5η θέση με 9,0% έναντι 23,9% του 2014.
Τα εκλογικά αυτά αποτελέσματα προοιωνίζουν μια βαθιά ανατροπή στα κοινοβουλευτικά χρονικά της Βρετανίας ανάλογη μ’ εκείνη του τέλους του 19ου αιώνα όταν οι πανίσχυρος δικομματισμός των Τόρηδων και των Ουίγων απειλήθηκε από το τότε πρωτοεμφανιζόμενο ριζοσπαστικό Ανεξάρτητο Εργατικό Κόμμα. Το κόμμα του Brexit στηρίζεται κυρίως στα παλιά ιστορικά κέντρα της βιομηχανικής εργατικής τάξης, τα οποία υπήρξαν το λίκνο του Εργατικού Κόμματος και ιδιαίτερα της αριστερής ριζοσπαστικής τάσης του. Ταυτόχρονα συγκεντρώνει την υποστήριξη αρκετών μεσαίων στρωμάτων, που μέχρι πρόσφατα υποστήριζαν τους συντηρητικούς Τόρηδες.
Γι’ αυτό κι αυτή τη φορά το κόμμα αυτό – σε αντίθεση με το πρώην κόμμα του Φάρατζ, UKIP, το οποίο καταποντίστηκε σ’ αυτές τις εκλογές – έχει υιοθετήσει ένα αρκετά ριζοσπαστικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων με ενίσχυση της θεσμικής λειτουργίας του κοινοβουλίου σε βάρος της εκτελεστικής εξουσίας, όπως και μεταρρυθμίσεις υπέρ των δικαιωμάτων της εργατικής τάξης και του κοινωνικού κράτους. Αν και η προγραμματική βάση του κόμματος αυτού είναι ακόμη ρευστή, το σίγουρο είναι ότι για να αποτρέψουν την άνοδό του στη διακυβέρνηση θα πρέπει να αξιοποιήσουν όσο ποτέ τον εθνικισμό της Σκοτίας και της Ουαλίας, αλλά και το προκλητικά αντιδημοκρατικό εκλογικό σύστημα καταμερισμού των εδρών στο κοινοβούλιο, το οποίο μπορεί να αποτρέψει σ’ ένα κόμμα με πλειοψηφία ψήφων να αποκτήσει αντίστοιχη κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Ανάλογη κατάσταση είχαμε και στην Ιταλία όπου ο Σαλβίνι με την Lega συγκέντρωσε το 34,3% των ψήφων με μια πλατφόρμα καθαρά ενάντια στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Στη 2η θέση ήρθε το εντολοδόχο κόμμα των Βρυξελλών (Δημοκρατικό Κόμμα) με 22,7%, ενώ στην 3η θέση ήρθε το Κίνημα των 5 Αστέρων με μόλις 17,1%, το οποίο πληρώνει το τίμημα της δικής του πολιτικής αδράνειας, αλλά και μεσοβέζικης τακτικής σ’ όλα τα μεγάλα ζητήματα που απασχολούν την Ιταλία. Στη 4η θέση βρέθηκε το κόμμα του Μπερλουσκόνι, το Forza Italia, με 8,8% και θέσεις καθαρά ενάντια στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Όμως και στις υπόλοιπες χώρες είτε υπήρχαν δυνάμεις με λαϊκή αποδοχή, είτε όχι, που έθεταν ως πολιτικός τους πρόταγμα την έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση, το ζήτημα απασχόλησε σοβαρά τον πολιτικό διάλογο. Ακόμη και στη Γερμανία όπου το AfD, παρά τις προσπάθειες του επίσημου Γερμανικού κράτους, αλλά και της συμμαχίας CDU-CSU να απορροφήσει τις πιο ακροδεξιές φράξιες στο εσωτερικό του, που έλεγχαν στην ηγεσία του, προκειμένου να το διαλύσουν, κατάφερε να διατηρήσει τις δυνάμεις του στο 11% και να αποτελεί οιονεί σημαντική απειλή σε μια χώρα που ένα 25% του πληθυσμού έχει πλέον πειστεί ακράδαντα ότι πρέπει να φύγει η χώρα του από την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Στην Ελλάδα ζούμε το σύνδρομο της Στοκχόλμης, με βάση το οποίο οι όμηροι φτάνουν στο σημείο να νιώθουν θετικά προς τους απαγωγείς τους, μερικές φορές να υπερασπίζονται και να ταυτίζονται με τους θύτες τους. Έτσι συμβαίνει και στην Ελλάδα με τους Ευρωπαίους θύτες. Πρόκειται για το γνώριμο προϊόν της ανύπαρκτης ζωτικότητας ενός ολόκληρου έθνους που έχει εναποθέσει την επιβίωσή του σε κοσμικές και απόκοσμες εξουσίες, αλλά μιας χώρας που βρίσκεται στη χειρότερη κατάσταση που βρέθηκε ποτέ από την εποχή της χρεοκοπίας του 1894.
Καθώς γερνά ο ελληνικός λαός υπό καθεστώς γενοκτονίας, αναπτύσσει αντανακλαστικά ανάλογα μ’ εκείνα ενός ηλικιωμένου, που δεν μπορεί να αυτοεξυπηρετηθεί. Κι έτσι ακόμη και υπό συνθήκες αφόρητου εγκλεισμού σε ίδρυμα, ανέχεται τα πάντα γιατί νιώθει απόλυτα εξαρτημένος απ’ εκείνους που τον κρατούν έστω και τεχνητά στη ζωή.
Θα μου πείτε, όμως, είχε επιλογές ο ελληνικός λαός στις τωρινές εκλογές; Επιλογές ανάλογες μ’ εκείνες στη Βρετανία, ή στην Ιταλία; Είναι αλήθεια πώς δεν είχε. Δεν υπήρξε κανένα σχήμα να αναδείξει με σοβαρότητα την αντίθεσή του με την ευρωζώνη και την Ευρωπαϊκή Ένωση από τη σκοπιά της δημοκρατίας και της εθνικής ανεξαρτησίας.
Έτσι το μόνο που του έμενε είναι να τιμωρήσει τον Τσίπρα και το ΣΥΡΙΖΑ για την επιθετική αλαζονεία με όπλο τα ασύστολα ψέματα με την οποία αντιμετώπισε το εκλογικό σώμα. Και η συντριπτική ήττα του κυβερνώντος σχήματος – τόσο του ΣΥΡΙΖΑ, όσο και των ΑΝΕΛ – υπήρξε πιο εκκωφαντική εκλογικά απ’ ότι του κυβερνώντος σχήματος ΝΔ-ΠΑΣΟΚ στις ευρωεκλογές του 2014.
Κι αυτή την συντριβή τη χρεώνεται πρώτα και κύρια ο ίδιος ο Τσίπρας, ο οποίος επέλεξε να πάρει πάνω του ολόκληρη την προεκλογική επιχείρηση του κόμματός του σε μια ακόμη επίδειξη νοσηρής αλαζονείας. Πίστευε ότι με την μαζική εξαγορά των ψήφων από τους Ρομά, τους Πακιστανούς, τους Ρωσοπόντιους, τους Αλβανούς, τη συνδρομή του Τουρκικού Προξενείου της Κομοτηνής, μαζί με τις υποσχέσεις χωρίς αντίκρισμα, αλλά και τις παροχές εν είδη επαιτείας κυρίως προς στους συνταξιούχους, θα πετύχαινε μια πολύ λιγότερο οδυνηρή ήττα. Μια μικρή διαφορά από την προπορευόμενη ΝΔ, που θα του επέτρεπε να μείνει στο πολιτικό παιχνίδι της συγκυβέρνησης και κυρίως να διατηρήσει την εύνοια του Βερολίνου και των Βρυξελλών.
Οι δηλώσεις του Τσίπρα το βράδυ των εκλογών δείχνει τουλάχιστον διαταραγμένη προσωπικότητα: «Δεν πρόκειται να αποδράσω, ούτε να το βάλω στα πόδια, ούτε να παραιτηθώ από τον αγώνα, από τη μάχη για την ισότητα, την αλληλεγγύη και την κοινωνική δικαιοσύνη. Από τη μάχη να υπερασπιστούμε τις θυσίες και τους κόπους του ελληνικού λαού. Ήμουν εδώ, είμαι εδώ, θα είμαι εδώ, θα είμαστε εδώ. Θα δώσουμε, λοιπόν, αυτήν τη μάχη, όπως έχουμε μάθει να κάνουμε πάντα. Και στις πιο δύσκολες στιγμές. Αμέσως μετά τον δεύτερο γύρο των αυτοδιοικητικών εκλογών θα ζητήσω από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας την άμεση προκήρυξη εθνικών εκλογών.»
Ποιος έχοντας σώας τα φρένας λέει ότι «δεν πρόκειται να αποδράσω» κι αμέσως μετά δηλώνει ότι θα την κάνει με ελαφρά πηδηματάκια ζητώντας πρόωρες εκλογές; Μόνο εκείνος που ξέρει τι έρχεται και επομένως φροντίζει να παραδώσει στον επόμενο για να μην χρεωθεί αυτό που εγκυμονείται για την Ελλάδα.
Ο Τσίπρας επιχειρεί να κάνει το ίδιο με τον Σαμαρά το 2014. Τότε η συγκυβέρνηση Σαμαροβενιζέλου ήξερε πολύ καλά ότι προετοιμάζεται νέο μνημόνιο μετά την παράταση του 2ου μνημονίου. Το ήξερε και φρόντισε να προετοιμάσει – με τη σύμφωνη γνώμη των Ευρωπαίων δανειστών – την «ηρωική έξοδο» της κυβέρνησής του με το πρόσχημα της εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας.
Ο Σαμαράς τότε ήξερε πολύ ότι αν η δική του κυβέρνηση φορτωνόταν και το 3ο μνημόνιο, τότε δεν γλύτωνε από την οργή του κόσμου με μόνο μια απλή εκλογική ήττα. Όσο συντριπτική κι αν ήταν. Έτσι, σε συνεννόηση με τους δανειστές, εμφανίστηκε δήθεν να ετοιμάζει την έξοδο της Ελλάδας από τα μνημόνια, ενώ την ίδια ώρα και πίσω από κλειστές πόρτες οι Ευρωπαίοι συνέτασσαν το 3ο μνημόνιο.
Με τις πρόωρες εκλογές του Ιανουαρίου 2015, οι Σαμαροβενιζέλοι παρέδωσαν στον Τσίπρα και τον Καμμένο, προκειμένου να φέρουν το 3ο μνημόνιο, όπως και έκαναν. Μόνο και μόνο για να ισχυριστούν ότι η συγκυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ θα μας έβγαζε οριστικά από τα μνημόνια, ενώ ο Τσίπρας μας οδήγησε σε νέο μνημόνιο.
Τώρα ο Τσίπρας ετοιμάζεται να επαναλάβει το ίδιο παιχνίδι. «Δεν κρυφτήκαμε. Είπαμε την αλήθεια στον ελληνικό λαό. Την αλήθεια θα πούμε και τώρα. Ότι δύο δρόμοι υπάρχουν μονάχα μπροστά μας. Ο δρόμος της οριστικής εξόδου από τα μνημόνια, με τους πολλούς στο προσκήνιο. Με τους πολλούς και για τους πολλούς.
Και από την άλλη μεριά, ο δρόμος της επιστροφής στο σκοτάδι της λιτότητας, στο σκοτάδι της κρίσης, των ολιγαρχών και του ΔΝΤ», δήλωσε ο Τσίπρας το βράδυ των εκλογών.
Ξεκινά λοιπόν το ίδιο γαϊτανάκι. Ο Τσίπρας γνωρίζει πολύ καλά ότι από το ερχόμενο Eurogroup του Ιουνίου, οι Ευρωπαίοι αρχίζουν να συζητούν τη νομικοπολιτική φόρμουλα με βάση την οποία θα επιβάλουν εκ νέου ένα νέο μνημόνιο στην Ελλάδα στα τέλη του 2019.
Όλοι όσοι ξέρουν να διαβάζουν αριθμούς γνωρίζουν πώς το 2019 δεν μπορεί να κλείσει χωρίς εκ νέου δανειακή διευκόλυνση από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας.
Οι Ευρωπαίοι θέλουν να εξαντλήσουν κάθε δυνατότητα προκειμένου η Ελλάδα να καλύψει το δημοσιονομικό κενό του 2019 από τις «αγορές». Αλλά οι μέχρι σήμερα «έξοδοι» στις «αγορές» του Τσίπρα ήταν εξαρχής στημένες κυρίως κοινοπρακτικές εκδόσεις με χαμηλή απόδοση για σχετικά μικρά ποσά.
Ο Τσίπρας από την άλλη έχει ήδη βάλει χέρι στο «μαξιλάρι ρευστότητας» των 15 δις του ΕΣΜ, προκειμένου να διευκολύνει ημετέρους και τράπεζες. Κι έτσι δυο εναλλακτικές μένουν για την κατεχόμενη Ελλάδα: είτε να επιχειρήσει έξοδο στις αγορές για μεγάλα ποσά, ρισκάροντας υψηλά επιτόκια. Είτε οι Ευρωπαίοι να δώσουν το πράσινο φως για νέα δανειακή διευκόλυνση από τον ΕΣΜ με απαραίτητο συνοδευτικό μνημόνιο προαπαιτούμενων.
Από τον αχό που ξεσηκώνουν οι Ευρωπαίοι και τα γνωστά μέσα χειραγώγησης των αγορών, σχετικά με την «αισιοδοξία» που δήθεν επικρατεί στις χρηματαγορές λόγω της προκήρυξης των εκλογών, αλλά και της επικείμενης αλλαγής της κυβέρνησης, φαίνεται καθαρά ποιανού ήταν η εντολή η προσφυγή στην κάλπη. Οι Ευρωπαίοι θέλουν τον Μητσοτάκη να αναλάβει την έξοδο στις αγορές με ότι σημαίνει κάτι τέτοιο σε εκτίναξη του κόστους δανεισμού της χρεοκοπημένης Ελλάδας, πριν αποφασίσουν να προχωρήσουν σε νέα δανειακή διευκόλυνση μέσω του ΕΣΜ.
Κι έτσι το νέο σκηνικό στήνεται σιγά-σιγά. Ο Μητσοτάκης ως νέος πρωθυπουργός θα αγωνίζεται να μας βγάλει στις αγορές επιταχύνοντας τις «διαρθρωτικές (αντι)μεταρρυθμίσεις» για να αποκατασταθεί η «αξιοπιστία» της Ελλάδας και προκειμένου να αποφύγουμε το νέο μνημόνιο. Στο βωμό της «αξιοπιστίας» θα τελειώσουμε με ότι έχει απομείνει σε εργασιακά δικαιώματα, θα δούμε «ελλειμματικά» δημόσια ιδρύματα, όπως νοσοκομεία, πανεπιστήμια, φορείς κοινωνικής πολιτικής, να ιδιωτικοποιούνται, ολόκληρες περιοχές της χώρας να περνούν σε καθεστώς «ελεύθερης οικονομικής ζώνης» προκειμένου να προσελκυστούν ξένες επενδύσεις, κοκ.
Κι επειδή ούτε τα μέτρα αυτά – που έτσι ή αλλιώς έχουν ψηφιστεί ήδη από την κυβέρνηση Τσίπρα από την εποχή του Πολυνομοσχεδίου τον Ιούνιο του 2018, αλλά και παλιότερα – δεν θα μπορέσουν να διευκολύνουν την έξοδο στις αγορές, οι Ευρωπαίοι μέχρι τότε θα έχουν βρει τη νομικοπολιτική φόρμουλα να συνδράμουν με νέα δανειακή διευκόλυνση. Χωρίς να είναι αναγκασμένοι να καταφύγουν στα κοινοβούλιά τους προκειμένου να κυρωθεί ένα νέο μνημόνιο για την Ελλάδα.
Κι έτσι θα έχουμε τον Μητσοτάκη να χρεώνει στον Τσίπρα την ενδεχόμενη επιστροφή σε νέο μνημόνιο. Αλλά χάρις στο γεγονός ότι ο ίδιος είναι πιστό σκυλί της Ευρώπης κατάφερε να μας λυπηθούν οι Ευρωπαίοι και να μας επιβάλουν αντί για νέο μνημόνιο, κάτι πιο «αθώο», όπως π.χ. μια Προληπτική Πιστοληπτική Γραμμή σαν εκείνη που συζητούσαν επίσημα επί Γκίκα Χαρδούβελη το 2014.
Από την άλλη θα έχουμε τον Τσίπρα να ουρλιάζει ότι αυτός και το κόμμα του μας έβγαλε από τα μνημόνια, ενώ ο Μητσοτάκης με τους συγκυβερνώντες του μας γύρισαν πίσω. Ξανά μανά τα ίδια.
Οι εκλογές αυτές που προκήρυξε ο Τσίπρας με υποβολείς τους Ευρωπαίους, θέλει να οδηγήσει σε μια ακόμη τετραετία όπου θα ανακυκλωθεί το ίδιο πολιτικό καθεστώς. Όπου θα έχουμε μια από τα ίδια και χειρότερα, καθώς η κατάρρευση της χώρας γίνεται όλο και πιο ολοκληρωτική, αλλά και η κοινωνική κατάσταση του ελληνικού λαού βυθίζεται σε επίπεδα που ποτέ ξανά δεν αντιμετώπισε η Ελλάδα. Τουλάχιστον μεταπολεμικά.
Οι Ευρωπαίοι γνωρίζουν επίσης πολύ καλά ότι η Ελλάδα θα αντιμετωπίσει πολύ σύντομα νέα εθνική κρίση, ανάλογη μ’ εκείνη του «μακεδονικού». Η Θράκη, το Αιγαίο, η Ήπειρος, η Μακεδονία και φυσικά η Κύπρος βρίσκεται ήδη στο τραπέζι του εθνικού ακρωτηριασμού. Κι επομένως οι Βρυξέλλες θέλουν και τον Μητσοτάκη στο κόλπο, δηλαδή στην πολιτική διαχείριση των νέων αναθεωρήσεων της εθνικής επικράτειας της Ελλάδας με γνώμονα τις επιλογές και τα συμφέροντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ.
Και τότε όσοι θεωρούν ότι οι δεξιοί είναι πατριώτες, έναντι των απάτριδων αριστερών, θα διαπιστώσουν στην πράξη πόσο εξαπατήθηκαν από τους διοργανωτές των συλλαλητηρίων για το «μακεδονικό», οι οποίοι χρησιμοποίησαν την δίκαιη αγανάκτηση του κόσμου για να εξιλεωθεί από τον δωσιλογισμό του ο Μητσοτάκης και το κόμμα του. Θα διαπιστώσουν δηλαδή με τον χειρότερο τρόπο ότι η εθελοδουλία και ο δωσιλογισμός είναι σύμφυτος με την εθνικοφροσύνη. Γι’ αυτό και οι εθνικόφρονες, από τότε που ιδρύθηκε το Κόμμα των Εθνικοφρόνων το 1865 και εισήγαγε την έννοια της εθνικοφροσύνης στις πολιτικές εξελίξεις της Ελλάδας, δεν υπήρξαν ποτέ πατριώτες.
Ταυτόχρονα στις εκλογές αυτές καταγράφηκε η συντριβή όλων εκείνων των δυνάμεων που διατυμπανίζουν πόσο ριζοσπαστικά αριστερές είναι. Το ΚΚΕ δεν μπόρεσε ούτε καν να εξασφαλίσει τις ψήφους των ευρωεκλογών του 2014, ενώ το εκλογικό άνοιγμα του συγκεκριμένου κόμματος σε απογοητευμένους της αριστεράς του ΣΥΡΙΖΑ απέτυχε παταγωδώς.
Η αριστερά της μεταπολίτευσης, όπως αυτή εκφυλίστηκε από τη δεκαετία του ’90 και κατόπιν, πνέει τα λοίσθια. Δεν έχει καν τη δυνατότητα να συνδιαλλαγεί με τον κόσμο. Δεν έχει καμιά αξιοπιστία. Είναι καταδικασμένη να φυτοζωεί στο περιθώριο της πολιτικής είτε με όρους γκρουπούσκουλων χωρίς κανένα αντίκρισμα, είτε με όρους επιδοτούμενης πολιτικής θεολογίας όπως ο Περισσός και η Κουμουνδούρου. Κι αυτό για όσο τους χρειάζεται ακόμη το καθεστώς κατοχής.
Η λύση είναι μόνο μία. Η συνεργασία όλων εκείνων των πολιτικών δυνάμεων και σχημάτων που θέτουν ως κυρίαρχο ζήτημα το εθνικό, πατριωτικό, δημοκρατικό καθήκον, που συμπυκνώνεται στο αίτημα της εθνικής ανεξαρτησίας, το οποίο σήμερα είναι επίκαιρο παρά ποτέ. Μόνο έτσι μπορεί να υπάρξει ένας ισχυρός πόλος απέναντι σ’ όλους τους άλλους. Ένας πόλος που να θέτει ως αφετηρία των προτάσεών του την αποκατάσταση του δημοκρατικού πολιτεύματος, που αδρανοποιήθηκε ή και καταλύθηκε από τα μνημόνια, με πρώτο μέλημα να καθίσουν στο σκαμνί της δικαιοσύνης όλοι εκείνοι που διέπραξαν εσχάτη προδοσία.
Οι εκλογές που προκήρυξε ο Τσίπρας είναι μια θαυμάσια ευκαιρία να ξεπεράσουμε όλοι όσοι από εμάς δεν βλέπουμε την πολιτική ως προσωπική καταξίωση, ως βιοπορισμό, είτε ως διατεταγμένη υπηρεσία προς ντόπιους και ξένους αφέντες, όλα αυτά που ιδεολογικά και κομματικά μας χωρίζουν, ώστε να ενωθούμε σ’ ένα κοινό ψηφοδέλτιο που να πείθει ως εναλλακτικός πόλος διακυβέρνησης της χώρας έναντι του δωσιλογισμού και των κάθε λογής απατεώνων της πολιτικής. Πρέπει να ξεπεράσουμε τις ιδεοληψίες μας και να συνδράμουμε άμεσα, ισότιμα και άδολα στην αποτροπή των πολύ χειρότερων που έχουν ήδη δρομολογηθεί για την πατρίδα και το λαό μας.
Ιδού η Ρόδος, ιδού και το Πήδημα!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: