Oμιλία στις 19/05/2019 του Αρη Παπαμιχαήλ (κύριος ομιλητής) του ανεξάρτητου κινήματος πολιτών ΦΑΡΟΣ, του Δήμου Αργοστολίου, στην Κεφαλονιά.

Αλήθεια, όταν αναφερόμαστε στις αρχαιοελληνικές έννοιες Δήμος και Δημοκρατία, ξέρουμε τι σημαίνουν;

Αρχή σοφίας η των ονομάτων επίσκεψις, μας λέει ο Αντισθένης. Ακόμη και για τη σωστή γραφή, προϋπόθεση αποτελεί η ετυμολογική γνώση της λέξης, να γνωρίζουμε τα μέρη που την συνθέτουν και που της αποδίδουν τη σημασία της. Οι λέξεις όμως εκτός από ορθογραφία κουβαλούν και την ιστορία τους.  «Κι αν ξεχνούν οι άνθρωποι, πάντα θυμούνται εκείνες» θα μας πει ο Παλαμάς.

Ξεκινώντας, για λόγους ιστορικούς, από την ετυμολογία της λέξης «Δημοκρατία» και ακολουθώντας το κριτήριο διάκρισης των πολιτευμάτων, που εισήγαγε ο Αριστοτέλης, θα ορίζαμε ως δημοκρατικό, το πολίτευμα εκείνο στο οποίο «κύριοι» της Πόλεως είναι οι πολλοί, το πλήθος»:  «δημοκρατία δ΄εστίν όταν ή κύριον το πλήθος».

Αυτός ο ορισμός άλλωστε της δημοκρατίας είναι που επικρατεί την εποχή της Αθηναϊκής Δημοκρατίας, όπως υπογραμμίζει ο ίδιος φιλόσοφος: «… αφ΄ής διαγεγένηται μέχρι της νυν, αεί προσεπιλαμβάνουσα τω πλήθει την εξουσίαν».

Ποιος όμως είναι ο «νονός», ποιος ονόμασε ιστορικά την Δημοκρατία ως πολίτευμα;  O Θουκιδίδης δια στόματος Περικλή, πρώτος αυτός, παραθέτει ιστορικά την προέλευση του ονόματος της Δημοκρατίας: «και όνομα μεν δια το μη εις ολίγους αλλ΄εις πλείονας οικείν δημοκρατία κέκληται».

Η δημοκρατία, ως το πολίτευμα των πολλών, εθεωρείτο ταυτόχρονα και το πολίτευμα των φτωχών, επειδή τότε οι άποροι, αποτελούσαν την πλειονότητα του πληθυσμού της εποχής:

«δημοκρατία μεν όταν οι ελεύθεροι και άποροι πλείους όντες κύριοι της αρχής ώσιν».

Η δημοκρατία όμως είναι για τον Αριστοτέλη ένα παρεκβατικό (παραβατικό)  πολίτευμα, όταν το «πλήθος» πολιτεύεται προς το συμφέρον μιας μόνον τάξης και όχι προς το κοινόν συμφέρον  όλων των πολιτών, ευπόρων και φτωχών, όπως συμβαίνει στην ιδανική διακυβέρνηση που ο ίδιος ονομάζει «Πολιτεία» (προφανώς ο Αριστοτέλης έχει υιοθετήσει σε μεγάλο μέρος τις αρχές της Πλατωνικής «Πολιτείας»).

Διαπιστώνουμε, πάντως, ότι στον προηγούμενο ορισμό της δημοκρατίας, ως το πολίτευμα των πολλών, ο Αριστοτέλης θέτει πλάϊ στο κριτήριο των πολλών και δύο άλλα κριτήρια, ένα περιουσιακό, τους φτωχούς και ένα καθεστωτικό, τους ελεύθερους πολίτες αποκλείοντας έτσι τους δούλους, δηλαδή αυτούς από τους οποίους έχει αφαιρεθεί το αυτεξούσιον.

Και εδώ μπορούμε να πούμε πολλά για το επιβεβλημένο, διά των μνημονιακών δανειακών συμβάσεων καθεστώς  που βιώνουμε ως χώρα και ως πολίτες από το 2010. Είμαστε ελεύθεροι ως πολίτες, ως λαός να αποφασίζουμε για εμάς, για το μέλλον μας; Είμαστε  αυτεξούσιοι ως πολίτες είναι Εθνικά κυρίαρχη η Πατρίδα μας;

Όχι βεβαίως! Όχι! Αρκεί και μόνον η ανάγνωση του περιεχομένου στον Ν.4336 / 14-8-2015  Φ.Ε.Κ. 94Α  {Παράγραφος Γ Σελ.1014} κειμένου όπου ορίζεται ότι «Προκειμένου η Βουλή να ψηφίσει ένα Νόμο θα πρέπει να υπάρχει σύμφωνη γνώμη από το Διεθνές Νομισματικό  Ταμείο, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή», δηλαδή από τους «Θεσμούς»!. 

Δηλαδή η Ελληνική βουλή, με την ένταξη της χώρας στις μνημονιακές δεσμεύσεις, δεν έχει κανένα δικαίωμα σε λήψη αποφάσεων τουλάχιστον έως το 2062 και βλέπουμε, αλλά απλά και  μόνον είναι υποχρεωμένη να ψηφίζει νόμους γραμμένους, ή εγκεκριμένους  από τους «Θεσμούς». 

Και η αφαίρεση  άσκησης Εθνικής Κυριαρχίας δεν σημαίνει τίποτε άλλο, από το ότι η χώρα τελεί υπό  καθεστώς κατοχής . Ιδιώνυμη μεν, κατοχή δε!

Όπως διδάσκει και ένας από τους πατέρες του Συνταγματικού Δικαίου του περασμένου Αιώνα, ο Χρήστος Σγουρίτσας  στο βιβλίο του  «Επανάστασις- Πολιτεία και Δίκαιον» Έκδοση Ελευθερουδάκη 1925: «Όταν λοιπόν απαγορεύεται, με την σύμφωνη γνώμη σου, να πάρεις οποιαδήποτε απόφαση πως είναι δυνατόν να ασκήσεις την όποια Πολιτική στην πράξη; Έχουμε λοιπόν Δημοκρατία;» 

Ας πάμε όμως παρακάτω στο θέμα μας. Και τα δύο αυτά γνωρίσματα, δηλαδή το οικονομικό και η ελευθερία, τελούν σε συνάρτηση με το πρώτο, «το πολίτευμα των πολλών» δηλαδή που είναι πρωταρχικό, το οποίο απλώς συμπληρώνουν.

Το κριτήριο εξάλλου της ελευθερίας, προϋποτίθεται του δημοκρατικού πολιτεύματος, διότι είναι στοιχείο συστατικό της Πόλεως, και όχι του πολιτεύματος. Η ελευθερία άλλωστε έχει δύο σκέλη, την δημόσια ελευθερία που ταυτίζεται με την ισότιμή συμμετοχή όλων των πολιτών στα κοινά και την προσωπική ελευθερία, που λογικά, προϋποτίθεται της δημόσιας.

Η προσωπική ελευθερία αποτελεί προσδιοριστικό στοιχείο του πολίτη, που μπορεί να κάνει ό, τι θέλει και να αποφασίζει, αυτόβουλα, για την μοίρα του και την ζωή και τον βίο του…

Γι΄αυτό και η ελευθερία είναι γνώρισμα χαρακτηριστικό της Πόλεως και της πολιτικής κοινωνίας, η οποία διακρίνεται από τα άλλα είδη κοινωνίας, ήτοι των γενών, των φυλών και των κωμών: «η γαρ πόλις πολιτών τι πλήθος εστιν».

Το πλήθος όμως των πολιτών ανοργάνωτο, ως απρόσωπος όχλος, αδυνατεί να ασκήσει την κυριαρχία του, αν προηγουμένως δεν οργανωθεί σε «Δήμο» και αν δεν πάει να την διατρανώσει στην «Αγορά του Δήμου» σε αντιπαράθεση της «χάβρας» δηλαδή της οχλοβοής, της ομαδικής φωνασκίας.

Συνεπώς το «πλήθος» γίνεται κύριο της Πόλεως όταν συγκροτηθεί σε Δήμο, όταν δηλαδή, οι δημότες – πολίτες που το αποτελούν «αυτό-αναγνωρισθούν» μεταξύ τους ως μέλη της ίδιας πολιτικής κοινότητας σε μια Δημόσια, κοινή, συνέλευσή τους, κατόπιν «έκκλησης», εξ΄ού και η «Εκκλησία του Δήμου»..

Γι΄αυτό και στην πραγματικότητα, οι πολλοί (από εδώ υιοθέτησε την πρόσφατη πολιτική του «ατάκα» ο πρωθυπουργός!), ασκούν την κυριαρχία τους, δηλαδή άρχουν και κυβερνούν, όταν συνέλθουν στην Εκκλησία του Δήμου, ορίσουν με κλήρωση ή εκλογή, τους άρχοντες και στελεχώσουν τις Αρχές, όπως γινόταν στην αρχαία Αθήνα.

Με αυτήν την έννοια μπορούμε να πούμε, κυριολεκτώντας, ότι, τελικά, κυρίαρχος στο δημοκρατικό πολίτευμα της αρχαίας Πόλεως των Αθηνών, είναι ο Δήμος: «Λέγω δ΄οίον εν μεν ταις δημοκρατικαίς κύριος ο δήμος», δηλαδή το πλήθος των πολιτών εν συνελεύσει.

Επομένως, η ετυμολογία της λέξης «Δημοκρατία», εμπεριέχοντας ως συνθετικό της τον όρο Δήμος, σηματοδοτεί την κεντρική θέση που έχει ο Δήμος στην άσκηση της εξουσίας και στη διακυβέρνηση της Πόλεως.

Δηλώνει κατά λέξη ότι στο δημοκρατικό πολίτευμα ο «Δήμος κρατεί». Η έννοια του δήμου στην Αθηναϊκή Δημοκρατία είναι επομένως αδιαχώριστη από αυτό που σήμερα ονομάζουμε «δημόσιο ή κοινό τόπο».

Και πρέπει να διευκρινίσω ότι ως «δημόσιος χώρος» δεν εκλαμβάνεται μόνον με την «χωρική» του διάσταση, αλλά και με την μεταφορική και πολιτική του επέκταση, δηλαδή ως κοινός «τόπος» του λόγου, της δημόσιας συζήτησης, των «ζυμώσεων», της ανταλλαγής απόψεων και αναζήτησης του κοινού (δημόσιου) συμφέροντος και βέβαια της λήψης αποφάσεων για την επίτευξη του ζητούμενου αποτελέσματος.

Ο Δήμος λοιπόν είναι «Αυτοδύναμος», διότι αντλεί την εξουσία του από τον ίδιο του τον εαυτό, από το πλήθος των πολιτών, και όχι από κάποια άλλη εγκόσμια «Αρχή», πόσο μάλλον εάν αυτή η «Αρχή» είναι και «Ανεξάρτητη», άνευ νομικής οντότητας (ΑΑΔΕ), αλλά και  «Παντοδύναμος», διότι συζητά και αποφασίζει περί παντός σημαντικού για την Πόλη θέματος.

Τα χαρακτηριστικά αυτά γνωρίσματα του Δήμου υπογράμμισε ο Αριστοτέλης στην περιγραφή που κάνει στο έργο του «Αθηναίων Πολιτεία».  Εκεί με τρόπο περιεκτικό σκιαγράφησε τόσο την αυτοδυναμία-παντοδυναμία του δήμου: «απάντων γαρ αυτός αυτόν πεποίηκεν ο δήμος κύριον και πάντα διοικείται ψηφίσμασιν και δικαστηρίοις εν οίς ο δήμος εστίν κρατών», όσο και τη σχέση του δήμου με το πλήθος, που είναι τελικά ο πραγματικός κτήτορας και θεματοφύλακας της κυριαρχίας: « … αφ΄ής διαγεγένηται μέχρι της νυν, αεί προσεπιλαμβάνουσα τω πλήθει την εξουσίαν … ».

Η αυτοδυναμία του Δήμου συνυφαίνεται τόσο με την εξουσία αυτοθέσμισης (νομοπαρασκευαστική και νομοθετική εξουσία), όσο και με την εξουσία αυτοκυβέρνησης (εκτελεστική εξουσία).  

Έχουμε εμείς σήμερα ως χώρα αυτονομία και αυτοκυβέρνηση; Όχι βεβαίως, για μια ακόμα φορά!

«Εγκληματικό οργανισμό αποκάλεσε το ΤΑΙΠΕΔ ο συνταγματολόγος και καθηγητής της Νομικής Σχολής, Γεώργιος Κασιμάτης, και πρόσθεσε ότι η φράση του δεν συνιστά περιύβριση αρχής, καθώς η σύσταση και οι αρχές λειτουργίας του, που θεσπίστηκαν με τον νόμο 3896/2011 κατ’ εφαρμογήν του Μνημονίου, έρχονται σε αντίθεση με το Σύνταγμα, αλλά και το Ευρωπαϊκό και Διεθνές Δίκαιο. Συνεχίζει να ισχύει ως βασικός όρος του δανεισμού της χώρας η παραίτηση από τα δικαιώματα προστασίας του Κράτους και της περιουσίας του, τα οποία παρέχουν το Σύνταγμα, το Ευρωπαϊκό Δίκαιο και το Διεθνές Δίκαιο, δηλαδή η παραίτηση από όλες τις «ασυλίες» και από την εθνική κυριαρχία, που προβλέπεται για όλες τις Συμβάσεις Δανεισμού και του Προγράμματος Δημοσιονομικής Προσαρμογής – «Μνημόνια»».

Εάν λοιπόν αυτό που έχουμε πλέον ως διακυβέρνηση στην Πατρίδα μας είναι Δημοκρατικό Πολίτευμα, αναλογιστείτε το μόνοι σας …

Επομένως, με τον όρο δημοκρατία δεν δηλώνεται απλώς η κυριαρχία του Δήμου ή του Λαού, αλλά η «αυτοδύναμη κυριαρχία» του, η «αυτονομία » του, αφού τόσο ο Δήμος, όπως και ο Λαός, θεωρείται ότι αντλούν την κυριαρχία τους από τον εαυτό τους και όχι από κάποια άλλη ετερογενή δύναμη, είτε κοσμική (Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου (ΤΑΙΠΕΔ) – ΑΑΔΕ) είτε θεία (Θεοκρατικά καθεστώτα Αγιατολάχ).

Και εδώ θεωρώ ότι πρέπει να διαφωτίσουμε και μια ακόμα ιστορική ανακρίβεια, μια ιστορική πλάνη θα έλεγα, που διαιωνίζεται ακόμα σήμερα και μάλιστα σε διευρυμένους κοινωνικούς κύκλους!

Στους περισσότερους, επικρατεί η αντίληψη ότι η Αθηναϊκή Δημοκρατία αποτελεί μια ιστορική μορφή «άμεσης δημοκρατίας», ότι δηλαδή «το πλήθος» ασκεί εξουσία δια του Δήμου, αφ΄ευατού, απ΄ ευθείας, χωρίς τη μεσολάβηση αντιπροσώπων ή αρχών.

Η αντίληψη αυτή όμως είναι απολύτως εσφαλμένη διότι δεν επιβεβαιώνεται ούτε από την ιστορική έρευνα, ούτε από την πολιτική γραμματεία της εποχής.

Ναι μεν στην Εκκλησία του Δήμου είχαν το  δικαίωμα να μετάσχουν, δυνητικά, όλοι οι Αθηναίοι άρρενες γηγενείς και ελεύθεροι πολίτες (γυναίκες, δούλοι, σκλάβοι και ξένοι, από άλλες Ελληνικές πόλεις που ήταν μόνιμοι κάτοικοι της πόλης δεν είχαν το δικαίωμα συμμετοχής), η διοίκηση και διαχείριση ωστόσο των δημόσιων υποθέσεων, η διακυβέρνηση της Πόλεως δηλαδή, είχε ανατεθεί σε πολυάριθμες αρχές, μονοπρόσωπες ή πολυπρόσωπες, που είτε επιλέγονταν είτε κληρώνονταν εκτός από τα αξιώματα που απαιτούσαν ειδικές γνώσεις ή ικανότητες.

Τέτοιες ήταν, μεταξύ πολλών, η Βουλή των πεντακοσίων, ο Άρειος Πάγος, η Ηλιαία ή άλλα δικαστήρια, οι Πρυτάνεις, οι Επιστάτες των Πρυτάνεων, οι Έφοροι κ.ά.

Συνεπώς και στην Αθηναϊκή δημοκρατία υπήρχαν και λειτουργούσαν πολλές δημόσιες αιρετές αρχές, που ασκούσαν κυβερνητικά ή διοικητικά καθήκοντα.

Άλλωστε στην εκκλησία του Δήμου, που ήταν το κατεξοχήν νομοθετικό σώμα, που μπορούσε να αποφασίσει για τα πάντα χωρίς θεματικό περιορισμό, συμμετείχαν κατ’ ανώτατο όριο έως 6.000 χιλιάδες πολίτες από τις 100.000 της πόλεως.

Συνεπώς, η διάκριση που γίνεται σήμερα, μεταξύ έμμεσης ή αντιπροσωπευτικής και άμεσης δημοκρατίας, που χρησιμοποιείται για να διακρίνουμε την Αθηναϊκή από την σύγχρονη, δεν είναι ιστορικά και επιστημονικά δόκιμη, δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια ιστορική συγκατάβαση.

Ο όρος εξάλλου «άμεση δημοκρατία» εφευρέθηκε πολλούς αιώνες αργότερα για να γίνεται η αντιδιαστολή προς την αποκαλούμενη σύγχρονη «αντιπροσωπευτική» δημοκρατία, που είναι όμως και αυτός λανθασμένος ορισμός, διότι η δημοκρατία ως πολίτευμα δεν ορίζεται από τον τρόπο διακυβέρνησης, δηλαδή από τον τρόπο συγκρότησης και άσκησης της κυβέρνησης, αλλά από το ποιος αναγνωρίζεται φορέας της κυριαρχίας, στο όνομα τίνος κυβερνιέται, δηλαδή, μια χώρα.  «Deutschland über alles» δηλαδή για τους Γερμανομαθείς σε ότι μας αφορά!

Δεν είναι δηλαδή κατά τον Αριστοτέλη το σύστημα διακυβέρνησης που χαρακτηρίζει ένα πολίτευμα ως δημοκρατικό, αλλά η πηγή νομιμοποίησης της εξουσίας του. Και είναι πλέον ηλίου φαεινότερον ότι στη σύγχρονη αποκαλούμενη αντιπροσωπευτική «δημοκρατία», η διάκριση λαού (του πληθυσμού, ή πλήθους), δεν είναι ορατή πια, διότι το πλήθος, ως παράγοντας και συντελεστής των πολιτικών αποφάσεων έχει «εξαφανιστεί» από τον πολιτικό ορίζοντα.

Είναι οι κεντρικές τράπεζες και τα διεθνή καρτέλ των πολυεθνικών που έχουν αναλάβει σήμερα τις κυβερνητικές λειτουργίες, σε όλες σχεδόν τις χώρες, χωρίς όμως να ελέγχονται από τις εκλεγμένες κυβερνήσεις  και τα κοινοβούλια, που τους «υπηρετούν», οπότε  δεν υπόκεινται σε Συνταγματικούς και νομικούς περιορισμούς.

Ουσιαστικά πρόκειται για την «αντιπροσωπευτική διακυβέρνηση» του παγκόσμιου κεφαλαίου μέσω της γηγενούς  «οικογενειο – κομματοκρατίας», η οποία κατά τις ελίτ βαφτίζεται ως σύστημα διακυβέρνησης «Δημοκρατία», ενώ έχει προ πολλού ολοκληρωθεί ο διαχωρισμός της εκλογικής και της χρηματοπιστωτικής τάξης.

Αντιπροσωπευτική περίπτωση αποτελεί σήμερα η Ελλάδα, στην οποία έχει κορυφωθεί η συγκεκριμένη διαδικασία, όπου οι παραδοσιακοί πυρήνες της Εθνικής κυριαρχίας της, οι αποφάσεις που αφορούν τον προϋπολογισμό, τα δημοσιονομικά και συνταξιοδοτικά θέματα, καθώς επίσης το Συνταγματικό Δίκαιο, έχουν «μεταναστεύσει» στο εξωτερικό προ πολλού και λαμβάνονται από τους θεσμούς με ελεγκτικό μηχανισμό εφαρμογής των την τρόικα που επισκέπτεται την χώρα μας ανά τρεις μήνες.

Οι «πολλοί», το «πλήθος» έχει πάψει να υπάρχει, ως «πολιτική οντότητα» στην Πατρίδα μας και δεν υπολογίζεται ως μέγεθος εντός αυτής της  κακοστημένης «δημοκρατικής παρωδίας». Ο λαός ως πλήθος, ως σύνολο ατόμων ή κοινωνικών ομάδων με διαφορετικά κοινωνικά χαρακτηριστικά αγνοείται, δεν λαμβάνεται υπόψη και δεν συμμετέχει στην πολιτική διαδικασία.

Η σημερινή επονομαζόμενη κατά τα άλλα «δημοκρατία», με τον τρόπο που «λειτουργεί» δικαιώνει απολύτως τον Αριστοτέλη να την εντάσσει ως ένα από τα τρία παρεκβατικά (δηλαδή εις βάρος των πολλών, καταχρηστικά) πολιτεύματα (τα άλλα δύο είναι η ολιγαρχία και η μοναρχία).

Στις χώρες της Δύσης οι ψηφοφόροι δεν μπορούν να αλλάξουν τις πολιτικές, μέσα από τις εκλογές, επειδή οι κυριαρχούσες ελίτ ελέγχουν όποιον τις κερδίσει. Τις περισσότερες φορές μάλιστα σχεδόν όλοι οι υποψήφιοι είναι πολιτικοί ατζέντηδες των ελίτ, σε διατεταγμένη υπηρεσία!

Οι εκλογές δίνουν μεν την εντύπωση μιάς Δημοκρατικής διαδικασίας, πλην όμως η ψήφος των πολιτών δεν αλλάζει τις πολιτικές που ευνοούν τις ελίτ. Οι οποίες είναι ικανές να μεταβάλλουν ακόμα και το αρνητικό αποτέλεσμα ενός δημοψηφίσματος σε … θετικό, όπως έγινε προ τριετίας στην χώρα μας!

Ως εκ τούτου, η βούληση του λαού είναι κατ΄ ουσίαν ανύπαρκτη, δεν εφαρμόζεται ποτέ. Με ακόμη πιο απλά λόγια, οι ελίτ ουσιαστικά «στήνουν» τις εκλογές, χωρίς σχεδόν κανέναν περιορισμό, εξαγοράζοντας το πολιτικό προσωπικό, ενώ οι μάζες έχουν την ψευδαίσθηση πως επιλέγουν οι ίδιες τις κυβερνήσεις τους, παραπλανημένες από τις σκηνοθετημένες τηλεοπτικές ή άλλες αντιπαραθέσεις των έμμισθων σαλτιμπάγκων των εγχώριων κομματικών ελίτ.

Η δημοκρατία μεταμορφώνεται σε ορθό πολίτευμα και δικαιούται τον τίτλο του ιδανικού πολιτεύματος, μόνον και εφόσον ικανοποιεί τα  κριτήρια που θέτει ο Αριστοτέλης και λειτουργεί ως πολίτευμα στο οποίο κύριοι του Δήμου / Πόλεως είναι οι πολλοί, ανεξαρτήτως αν είναι πλούσιοι ή φτωχοί και πολιτεύονται προς τον κοινό της Πόλεως συμφέρον και όχι προς το συμφέρον μιας μόνον τάξης ή μερίδας πολιτών.

Και επιπλέον, εφόσον βασιλεύουν και κυβερνούν οι Νόμοι και όχι η αυθαίρετη βούληση των ανθρώπων, ακόμη και όταν αυτή είναι των περισσοτέρων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι Θερμοπύλες, ο Μαραθώνας, η Σαλαμίνα και οι Πλαταιές. Οι μάχες που δόθηκαν εκεί για την υπεράσπιση της Ελευθερίας των Πόλεων – Δήμων, αποφασίστηκαν με ελεύθερη βούληση των οπλιτών / πολιτών « τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι»

Γι αυτό και εκείνο που χαρακτηρίζει, τελικά, και ορίζει την «Πολιτεία» και την τοποθετεί ως πολίτευμα πάνω από όλα τα πολιτεύματα, ακόμα και εκείνο της Αθηναϊκής Δημοκρατίας, είναι η ευταξία και η ευνομία: «η δε πολιτεία των την πόλιν οικούντων εστί τάξις τις» ή ακόμη «έστι δε πολιτεία πόλεως τάξις των τε άλλων αρχών και μάλιστα της κυρίως πάντων».

Και δεν έχει άδικο βεβαίως, εάν σκεφτούμε ότι το Δημοκρατικό πολίτευμα θανάτωσε τον Σωκράτη και το ίδιο ήταν που εκτέλεσε αδίκως τους Αθηναίους ναυάρχους μετά την νικηφόρα ναυμαχία στις Αργινούσες.

Επιπλέον για τον Αριστοτέλη η αναζήτηση της ιδανικής πολιτειακής εκδοχής, δεν έγκειται τόσο στη δομή του πολιτεύματος, όσο στις βάσεις που θα τεθούν για την μακροημέρευσή του.

Με άλλα λόγια, αυτό που κυρίως ζητείται είναι η πολιτειακή σταθερότητα, η οποία, σε τελική ανάλυση, είναι και η μεγαλύτερη απόδειξη της συναίνεσης των πολιτών, ή τουλάχιστον της μεγαλύτερης μερίδας των.

Και αυτό που αγνοείται σχεδόν από όλους μας είναι το ότι και  η οικονομία δεν είναι αποστασιοποιημένη από το υπάρχον πολίτευμα. Το Δημοκρατικό πολίτευμα οφείλει να δίνει κίνητρα και να ενισχύει τις ατομικές εμπορικές ή γεωργικές επιχειρήσεις, αφού μόνο έτσι θα εξασφαλίσει τη διαιώνιση της ευημερίας των πολιτών.

Εκείνο το πολίτευμα που αδιαφορεί για την δημιουργία και λειτουργία των ιδιωτικών επιχειρήσεων στον πρωτογενή και δευτερογενή τομέα της οικονομίας, επί της ουσίας αδιαφορεί για τη Δημοκρατία. Γιατί όσο και εάν ακούγεται περίεργο, η Δημοκρατία είναι και οικονομικό μέγεθος.

Στην Δημοκρατία πρωταρχικός σκοπός είναι η επίτευξη της πλήρους απασχόλησης, ώστε να δύνανται να βιώνουν όλοι με αξιοπρέπεια, ελευθερία  και ανεξαρτησία, ανεξαρτησία από δανειστές και «προστάτες». Επιδιώκεται ευλαβικά μάλιστα, η επίτευξη της πλήρους απασχόλησης στους παραγωγικούς τομείς της πόλης, ώστε να αριστοποιείται η παραγωγή πλούτου και να διασφαλίζεται η δίκαιη κατανομή του σε όλους ανεξαιρέτως τους πολίτες. Με απλά λόγια, η δυναμική της Δημοκρατίας είναι αλληλένδετη με την εργασία ως θεμέλιο της οργάνωσης της παραγωγής του Δήμου / χώρας.

Αυτού του είδους οι παραγωγικές συνθήκες δεν μπορούν παρά να προσφέρουν σε όλους εργασία, δηλαδή αξιοπρεπή ζωή και ταυτόχρονα να μειώσουν το ωράριο της εργασίας αυξάνοντας τον ελεύθερο χρόνο, στοιχεία που αποτελούν τον κύριο στόχο κάθε δημοκρατίας. Η αύξηση του ελεύθερου χρόνου θα επιτρέψει στους πολίτες να εδραιώσουν βαθύτερα τον κοινωνικό θεσμό της οικογένειας, να αναθρέψουν παιδιά με υψηλότερη Κοινωνική Συνείδηση, να αποκτήσουν Παιδεία και Μόρφωση, να δομήσουν Χαρακτήρα και Ήθος.

«Άμμες δε γ΄εσσόμεθα πολλώ κάρρονες» (Εμείς όμως θα γίνουμε καλύτεροι) έλεγαν οι νεαροί Σπαρτιάτες στους μεγαλύτερους κατά την τελετή της ενηλικίωσής των. 

Σε αντίθεση με τα προαναφερόμενα, σήμερα στην σύγχρονη παιδεία επικρατεί η μονομέρεια, έτσι που κάθε χρόνο ν’ απολαμβάνουμε από τα χείλη της παρελαύνουσας νεολαίας την άποψη ότι την 28η Οκτωβρίου γιορτάζουμε τη νίκη του Κολοκοτρώνη κατά του Σαντάμ.

Τα ίδια παιδιά ταχύτατα εξοικειώνονται στην πληκτρολόγηση γκρήγκλις κωδικοποιημένων μηνυμάτων στα κινητά και στη στιγμιαία περιήγηση κάθε δυνατότητας του κυβερνοχώρου.

Η τριτοβάθμια εκπαίδευση δεν στοχεύει στην επαγγελματική εξειδίκευση και τα μεταπτυχιακά δεν αποτελούν πλέον προθάλαμο της επαγγελματικής επιτυχίας, αλλά θυμίζουν φανταχτερά παράσημα από πόλεμο χαμένο. Η γνώση αποστρέφεται τη διαδικασία της ωρίμανσης, που κρίνεται κατάλληλη μόνο για φρούτα, τα τυριά και τον οίνον. Δυστυχώς …

Ο Αριστοτέλης ήταν επίσης υπέρ της ιδιοκτησίας, υπέρ της ιδιωτικής παραγωγής που βασίζεται στην ιδιωτική πρωτοβουλία σε «συνεταιριστική» βάση,  προκειμένου να επιτυγχάνεται η μεγιστοποίηση του κέρδους με το χαμηλότερο κόστος. Δηλαδή η ένωση των επιμέρους ιδιοκτησιών, σε συνεταιριστική βάση, όπου ο καθένας όποτε θέλει θα μπορεί να πάρει την ιδιοκτησία του και να τη διαθέσει όπως νομίζει.

Και αυτό διότι όταν η ιδιοκτησία των συντελεστών παραγωγής περιέρχεται στους λίγους,  μετατρέπει τους πολλούς σε άνεργους και εξαρτώμενους, που η επιβίωσή τους εξαρτάται από τους λίγους με απεχθείς και επαχθείς όρους, ή από κρατικά βοηθήματα.

Αυτό το μοντέλο παραγωγής οδηγεί στον πλουτισμό των ολίγων, αυξάνει τον χρόνο εργασίας, εξευτελίζει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και μετατρέπει την εργασιακή συνθήκη σε υποτέλεια, αφού όλα επαφίενται στην κρίση και στην θέληση των κρατούντων.

Αν το πρώτο μοντέλο παραγωγής ταιριάζει στη δημοκρατία, είναι φανερό ότι το δεύτερο ταιριάζει στην ολιγαρχία. Το ζήτημα είναι καθαρά θέμα πολιτικής επιλογής που για τον Αριστοτέλη παίρνει και ηθικές διαστάσεις. Κατά συνέπεια, τα πολιτεύματα που αποτρέπουν τους ανέργους και τους απόρους από οποιαδήποτε κερδοφόρα δραστηριότητα με γραφειοκρατίες, φορολογίες, και πάσης φύσεως αποθαρρυντικές αντιξοότητες παίζοντας το παιχνίδι των παραγωγικά ισχυρών, δεν έχουν ούτε λεπτότητα ήθους ούτε σύνεση. Κι αυτό είτε θεσμικά είτε ηθικά δεν αρμόζει σε Δημοκρατικό πολίτευμα κατά τα πρότυπα της Αθηναϊκής Δημοκρατίας.

Πόσο μάλλον όταν σήμερα πλέον, ο επιδιωκόμενος «πλούτος» από τις «ελίτ», δεν αποζητείται στα πολύτιμα μέταλλα (μέσω της συσσώρευσης), αλλά ούτε και στην αξία της ανθρώπινης εργασίας (μέσω της παραγωγής), αλλά στην απόδοση των χρηματιστηριακών προϊόντων μέσω των χρηματαγορών!

Έτσι λοιπόν, «δημοκρατία» κατάντησε να σημαίνει σήμερα μία εκλεγμένη ή διορισμένη ολιγαρχία οικονομικών και πολιτικών ελίτ, στην οποία οι κεντρικοί τομείς της κοινωνίας όπως η οικονομία, δεν υφίστανται ουσιαστικά κανέναν κοινωνικό ή θεσμικό έλεγχο, ενώ η «ελευθερία» είναι συνώνυμη με την ελευθερία των οικονομικά ισχυρών κρατών.

Σε όλα σχεδόν τα ευρωπαϊκά κράτη, η Δημοκρατία συρρικνώθηκε σε ένα εκλογικό θέατρο, σε κυβερνήσεις «του μπερντέ», όπου ο πληθυσμός εν αγνοία του μπορεί να επιλέξει μόνο μέσα από ένα δεδομένο κομματικό φάσμα «ελίτ», οπότε η πραγματική Δημοκρατία αντικαταστάθηκε από το σκέλεθρον της Δημοκρατίας, ο ελεύθερος δημόσιος διάλογος αντικαταστάθηκε από την χειραγώγηση της κοινής γνώμης και από τον εκφοβισμό, ενώ η κατευθυντήρια αρχή του υπευθύνου Πολίτη αντικαταστάθηκε από το νεοφιλελεύθερο ιδεώδες του πολιτικά ευνουχισμένου και απαθούς καταναλωτή.

Κυριαρχεί το δίκαιο του ισχυρότερου, σε συνδυασμό με τη «Δημοκρατία των ελίτ», με μοναδικό αδύναμο σημείο τους το μη διατεταγμένο (ακόμα) χώρο του δημοσίου διαλόγου, κυρίως των μέσων κοινωνικής δικτύωσης που ενίοτε μπορούν να προκαλέσουν είτε κοινωνικές εξεγέρσεις, όπως αυτή των «κίτρινων γιλέκων» στη Γαλλία, είτε την άνοδο των εκτός του συστήματος κομμάτων, που υπό άλλες προϋποθέσεις είναι εντελώς αδύνατη.

Τα περισσότερα ελληνικά κόμματα ασχολούνται σήμερα σε καθημερινή βάση μόνο με τις προσχηματικές κατά την άποψή μου,  λεκτικές συγκρούσεις μεταξύ τους, έχοντας υποβαθμίσει σε τέτοιο βαθμό τη Βουλή και τον πολιτικό λόγο που νομίζει πλέον κανείς ότι παρακολουθεί συζητήσεις σε μία τριτοκοσμική χώρα. Και ίσως είμαι και επιεικής στον χαρακτηρισμό μου αυτό!

Στα 200 χρόνια του νεοελληνικού κράτους το σύνηθες ήταν η κομματοκρατία,  η  πελατειακή νομή των προνομίων της εξουσίας και η διαπλοκή των διαχειριστών του δημόσιου συμφέροντος με τα οικονομικά συμφέροντα.

Η περίπτωση των κυβερνήσεων από το 2010 όμως, φαίνεται πως ξεπέρασε κάθε προηγούμενο, αφού η προώθηση κομματικών «ημετέρων» και η ανάθεση ευθυνών σε ανίκανους και διεφθαρμένους, σε πλείονες περιπτώσεις έφτασε να έχει κόστος εκατόμβες νεκρών  (Ηλεία, Μάνδρα, Μάτι, αυτοκτονίες), ενώ σε γενικές γραμμές ολοκλήρωσε τη διάλυση της όποιας, έστω και ελάχιστα αποδοτικής δημόσιας διοίκησης προϋπήρχε.

Και δυστυχώς, εάν συνεχιστεί η πολιτική αυτή παρωδία, η Ελλάδα θα καταρρεύσει εντελώς, όχι επειδή δεν έχει τις δυνατότητες να ξεφύγει από την πορεία εξόντωσης που τις επιβάλλεται έξωθεν και έσωθεν, αλλά εξαιτίας των επιπόλαιων, εσφαλμένων και ιδιοτελών πολιτικών επιλογών μας ως Έλληνες.

Λαός χωρίς Παιδεία και χωρίς συνείδηση Κοινωνίας είναι καταδικασμένος να είναι υπόδουλος. Υπόδουλος χρέους σε ξένα και εγχώρια συμφέροντα. Και μέχρι ένα σημείο φταίνε οι πολιτικές ηγεσίες για την κατάντια του. Γιατί τέτοια σχολεία του παρέχουν.

Διαβάστε τι έγραφε ο Αριστοτέλης πριν μερικές χιλιάδες χρόνια στα «Πολιτικά» και συγκρίνετε το με αυτό που βιώνουμε σήμερα:

«Σοβαρότατο θέμα για κάθε πολίτευμα γενικά είναι με τους νόμους και τα υπόλοιπα μέτρα να μην είναι δυνατόν να πλουτίσουν οι άρχοντες.

Και τούτο πρέπει να τηρείται κυρίως στα ολιγαρχικά πολιτεύματα» γιατί ο κόσμος ο πολύς δεν αγανακτεί τόσο επειδή δεν παίρνει αξιώματα, αντίθετα ευχαριστιέται όταν είναι ελεύθερος να ασχολείται με τις δικές του υποθέσεις, αγανακτεί όταν νομίζει ότι οι άρχοντες κλέβουν το δημόσιο χρήμα, γιατί τότε ο λαός λυπάται και για τα δυο, δηλαδή τόσο για το ότι δεν συμμετέχει στην εξουσία, όσο και για το ότι δεν συμμετέχει στα κέρδη

Και όταν σήμερα στην Πατρίδα μας όπως προκύπτει από τις δημοσκοπήσεις, οι οκτώ στους δέκα  ψηφοφόρους επιλέγουν να επικροτήσουν και να ξαναστείλουν στην βουλή αυτούς που όχι μόνο τους καταστρέφουν μακροπρόθεσμα με βεβαιότητα, αλλά τους καθιστούν και αναξιοπρεπείς ζητιάνους ψίχουλων, επαίτες με απλωμένο το χέρι για την εξαγορά της ψήφου και για έναν διορισμό σε θέση κηφήνα, τότε η χώρα δεν έχει μέλλον.

Και το χειρότερο είναι ότι κανένα από τα σημερινά κόμματα,  πλην του Ενιαίου Παλλαϊκού Μετώπου (Ε.ΠΑ.Μ.), δεν τολμά να προτείνει εκείνες τις σαρωτικές ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις που θα αντιστρέψουν την πορεία κατάρρευσης, κανένας άλλος πολιτικός παράγοντας δεν θέλει να εναντιωθεί στην παγίδα θανάτου της δήθεν Ε.Ε. και του ευρώ, προτάσσοντας την Εθνική κυριαρχία και την διαγραφή των άκυρων ούτως ή άλλων δανειακών συμβάσεων. Την ανεξαρτησία και την Ελευθερία λαού και χώρας από τα «νύχια» των αγορών, των υπερεθνικών κολοσσών και  των ενεργειακών «αδελφών» που λυμαίνονται τον πλανήτη. Κατά τα άλλα όμως όλοι οι άλλοι υπόσχονται … Δημοκρατία και ανάπτυξη!

Κλείνοντας ελπίζω να έχουμε όλοι κατανοήσει ότι η «Δημοκρατία» δεν είναι μια έννοια που γίνεται αντιληπτή από όλους με το αυτό νόημα!

Καθένας προσδοκά από «αυτήν» ότι του λείπει, ότι τον βολεύει, ότι ονειρεύεται, ακόμα και όταν αυτά εναντιώνονται στο κοινό καλό, στην κοινή ωφέλεια! Μοιάζει με τις «Σειρήνες» στην Οδύσσεια που μάγευαν τους ναυτικούς. Και «λειτουργεί» πάντοτε υπερ των ισχυρών.

Κι αυτός είναι και ο λόγος που ο Αριστοτέλης παρουσιάζει το άριστο πολίτευμα (Πολιτεία) χωριστά από τα «παρεκβατικά», όπως ο ίδιος τα ονομάζει (Δημοκρατία, Ολιγαρχία, Βασιλεία).

Παρεκτροπές των πολιτευμάτων αυτών  είναι η τυραννία της βασιλείας, η ολιγαρχία της αριστοκρατίας, και της «πολιτείας» η δημοκρατία. Η τυραννία είναι μια μοναρχία που εξυπηρετεί το συμφέρον μονάχα του μονάρχη. Η ολιγαρχία ωφελεί μονάχα τους πλούσιους. Η δημοκρατία μονάχα τους φτωχούς.

Όμως κανένα από τα πολιτεύματα αυτά δεν εξυπηρετεί το συμφέρον του συνόλου των πολιτών. Γιατί ο Αριστοτέλης γνωρίζει ότι το άριστο τείνει στο αλάνθαστο κι ως εκ τούτου στο ανύπαρκτο (Ουτοπία). Κι ότι αυτοί που ξεχωρίζουν τόσο πολύ ώστε να ξεπερνούν σε φρόνηση το σύνολο του λαού είναι ή μυθικοί ήρωες ή θεοί.

Με άλλα λόγια όταν μιλάμε για την πραγματικότητα δεν μπορούμε να μιλάμε για το άριστο πολίτευμα με την απόλυτη έννοιά του. Μιλάμε μόνο για το κατά σύμβαση άριστο. Δηλαδή για το εφικτό.

Κι εδώ ακριβώς βρίσκεται η έννοια του μέτρου και της συμμετρίας και της αρμονίας και της κοινωνικής ειρήνης. Γιατί μόνο έτσι θα οδηγηθούμε στο άριστο με τη χειροπιαστή, ανθρώπινη υπόστασή του. Στο κατά δύναμη άριστο. Η ακόμα καλύτερα, «Το μη χείρον, βέλτιστον.»!

Άρης Παπαμιχαήλ

Οικονομολόγος – Σύμβουλος Επιχειρήσεων

Μέλος του Πυρήνα του Ε.ΠΑ.Μ. Ιωαννίνων

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: