Οι «αληθινοί δημοσιογράφοι» παίρνουν έγκριση από τη… CIA!

Οι New York Times παραδέχτηκαν δημόσια ότι στέλνουν κάποια από τα άρθρα τους στην κυβέρνηση των ΗΠΑ για έγκριση από «υπεύθυνους της εθνικής ασφάλειας» πριν τη δημοσίευση.

Επιβεβαιώθηκε έτσι αυτό που είχε πει ο βετεράνος ανταποκριτής των NY Times, James Risen, ότι «η αμερικανική εφημερίδα τακτικά συνεργάζεται με την κυβέρνηση των ΗΠΑ, για να αποσιωπήσει ρεπορτάζπου οι ανώτατοι αξιωματούχοι δεν θέλουν να δημοσιευθούν».

Στις 15 Ιουνίου, οι NY Times ανέφεραν ότι οι ΗΠΑ κλιμακώνουν τις κυβερνο-επιθέσεις τους στο ενεργειακό δίκτυο της Ρωσίας. Σύμφωνα με το άρθρο, «η διοίκηση Τραμπ χρησιμοποιεί νέες εξουσίες για να αναπτύξει κυβερνο-εργαλεία με πιο επιθετικό τρόπο», ως μέρος ενός ευρύτερου «ψηφιακού Ψυχρού Πολέμου ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και τη Μόσχα».

Απαντώντας στο δημοσίευμα, ο Ντόναλντ Τραμπ επιτέθηκε στους NY Times στο Twitter, χαρακτηρίζοντας το άρθρο «μια πραγματική ενέργεια Προδοσίας».
Το γραφείο Δημοσίων Σχέσεων των NY Times απάντησε στον Τραμπ, μέσα από τον επίσημο λογαριασμό τους στο Twitter, υπερασπίζοντας το άρθρο και σημειώνοντας ότι, στην πραγματικότητα, είχε εγκριθεί από την κυβέρνηση των ΗΠΑ προτού δημοσιευθεί.

 «Το να κατηγορείς τον Τύπο για προδοσία είναι επικίνδυνο. Περιγράψαμε το άρθρο στην κυβέρνηση πριν τη δημοσίευση. Όπως αναφέρεται στο άρθρο μας, οι υπεύθυνοι ασφάλειας του ίδιου του Ντόναλντ Τραμπ είπαν ότι δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας.»

 

Πράγματι, το άρθρο των NY Times για την κλιμάκωση των κυβερνο-επιθέσεων εναντίον της Ρωσίας πήγαζε από «νυν και πρώην κυβερνητικούς αξιωματούχους [των ΗΠΑ].» Άρα, το περίφημο «λαβράκι» προήλθε από αυτά τα όργανα των υπηρεσιών και όχι από κάποια διαρροή ή από την ενδελεχή έρευνα ενός ατρόμητου δημοσιογράφου.

Οι «αληθινοί» δημοσιογράφοι παίρνουν έγκριση από τους υπεύθυνους «εθνικής ασφάλειας»

Οι νεοφιλελεύθεροι που αυτοαποκαλούνται «Αντίσταση» επιτέθηκαν στον Τραμπ για την απερίσκεπτη κατηγορία της προδοσίας (ο Δημοκρατικός Συνασπισμός που καυχάται: «Βοηθάμε την #Αντίσταση» αντέδρασε χαρακτηρίζοντας τον Τραμπ «μαριονέτα του Πούτιν». Τα υπόλοιπα εταιρικά ΜΜΕ αγρίεψαν.

Αυτό όμως που παραβλέφθηκε εντελώς, ήταν το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο στη δήλωση των NY Times: η έγκυρη εφημερίδα ουσιαστικά παραδεχόταν ότι έχει μια συμβιωτική σχέση με την κυβέρνηση των ΗΠΑ.

Πολλοί εξέχοντες Αμερικανοί ειδικοί έφτασαν στο σημείο να υποστηρίζουν ότι ακριβώς αυτή η συμβιωτική σχέση είναι που κάνει κάποιον δημοσιογράφο.

Τον Μάιο, ο νεοσυντηρητικός αρθρογράφος της Washington Post, Marc Thiessen, (πρώην λογογράφος του Προέδρου Τζορτζ Μπους) δήλωσε ότι ο εκδότης των Wikileaks και πολιτικός κρατούμενος, Τζούλιαν Ασάνζ, «δεν είναι δημοσιογράφος», αλλά μάλλον ένας «κατάσκοπος» που του «αξίζει η φυλακή». (Επίσης ο Thiessen αποκάλεσε τον Ασάνζ «διάβολο».)

Ποιο ήταν το σκεπτικό του αρθρογράφου της WP για να στερήσει τη δημοσιογραφική ιδιότητα από τον Ασάνζ;

 Αντίθετα με τους «ευυπόληπτους ειδησεογραφικούς οργανισμούς, ο Ασάνζ δεν έδινε στην κυβέρνηση των ΗΠΑ την ευκαιρία να επιθεωρήσουν τις απόρρητες πληροφορίες που σκόπευε να δημοσιεύσει στο Wikileaks, ώστε να εγείρουν ενστάσεις για λόγους εθνικής ασφάλειας», έγραψε ο Thiessen. «Άρα, οι υπεύθυνοι δημοσιογράφοι δεν έχουν τίποτα να φοβηθούν.»

Ιδού η ρητή ιδεολογία του Αμερικανικού δημοσιογραφικού κόσμου.

Οι NY Times είναι «πολύ πρόθυμοι να συνεργαστούν με την κυβέρνηση»

Η συμβιωτική σχέση ανάμεσα στα εταιρικά ΜΜΕ και την κυβέρνηση είναι γνωστή από καιρό. Οι Αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών παίζουν τον Τύπο σαν μουσικό όργανο, χρησιμοποιώντας τον για να διαρρέουν επιλεκτικά πληροφορίες σε κατάλληλες στιγμές, για να πιέσουν δια της πειθούς και να προωθήσουν τα συμφέροντα των ΗΠΑ.

Σπάνια όμως συμβαίνει αυτή η συμβιωτική σχέση να ομολογηθεί δημόσια.

Το 2018, ο πρώην ρεπόρτερ των NY Times, James Risen, δημοσίευσε στο Intercept ένα εκτενές άρθρο, παρέχοντας πληροφορίες «από τα μέσα» για το πώς λειτουργεί αυτή η ανομολόγητη συμμαχία.

Ο Risen περιέγραψε λεπτομερώς πώς οι εκδότες του ήταν «πολύ πρόθυμοι να συνεργαστούν με την κυβέρνηση». Κάποια στιγμή, μάλιστα, ένας κορυφαίος αξιωματούχος της CIA του είπε ότι ο κανόνας τους για να εγκρίνουν μια μυστική αποστολή ήταν «Πώς θα φανεί αυτό στο εξώφυλλο των New York Times;»

Υπάρχει μια «άτυπη συμφωνία» ανάμεσα στο κράτος και τον Τύπο, εξηγεί ο Risen, όπου οι αξιωματούχοι της κυβέρνησης των ΗΠΑ «τακτικά εμπλέκονται σε αθόρυβες συνεννοήσεις με τον Τύπο, προσπαθώντας να σταματήσουν την έκδοση άρθρων ευαίσθητων για την εθνική ασφάλεια».

«Τότε, συχνά παρευρισκόμουν σ’ αυτές τις συνεννοήσεις» λέει ο πρώην ρεπόρτερ των NYTimes. Θυμάται ένα παράδειγμα ενός άρθρου που έγραφε σχετικά με το Αφγανιστάν, λίγο πριν τις επιθέσεις στις 11 Σεπτέμβρη του 2011. Ο τότε διευθυντής της CIA, George Tenet, αυτοπροσώπως κάλεσε τον Risen και του ζήτησε να θάψει την ιστορία.

«Μου είπε ότι η αποκάλυψη θα απειλούσε την ασφάλεια των αξιωματούχων της CIA στο Αφγανιστάν», λέει ο Risen. «Κι εγώ συμφώνησα.»

Ο Risen λέει ότι αργότερα αμφέβαλε για το αν πήρε τη σωστή απόφαση ή όχι. «Αν είχα δημοσιεύσει την ιστορία πριν τις 11/9, η CIA θα θύμωνε, αλλά μπορεί να οδηγούσε σε έναν δημόσιο διάλογο για το κατά πόσον οι ΗΠΑ κάνουν αρκετά για να συλλάβουν ή να σκοτώσουν τον Μπιν Λάντεν. Αυτός ο δημόσιος διάλογος μπορεί να ανάγκαζε τη CIA να πάρει πιο σοβαρά τον Μπιν Λάντεν.»

«Μετά τις επιθέσεις της 11/9, η διοίκηση Μπους άρχισε να ζητά από τον Τύπο να θάβουν ιστορίες πιο συχνά», συνεχίζει ο Risen. «Το έκαναν τόσο συχνά που πείστηκα ότι η διοίκηση επικαλούνταν την εθνική ασφάλεια μόνο και μόνο για να καταπνίξει ιστορίες που απλώς θα την έθιγαν πολιτικά.»

Στην πορεία προς τον πόλεμο στο Ιράκ, ο Risen συχνά συγκρούστηκε με τους Times επειδή έθετε ερωτήματα για τα ψέματα της αμερικανικής κυβέρνησης. Αλλά τα άρθρα του, «άρθρα που έθεταν ερωτήματα για τις μυστικές υπηρεσίες, ειδικά τους ισχυρισμούς της διοίκησης για τους δεσμούς μεταξύ Ιράκ και Αλ Κάιντα, περικόπτονταν, θάβονταν ή έβγαιναν εντελώς εκτός της εφημερίδας.»

Ο αρχισυντάκτης των Times, Howell Raines, «όπως πίστευαν πολλοί στην εφημερίδα, προτιμούσε άρθρα που υποστήριζαν την υπόθεση του πολέμου» λέει ο Risen.

Σε μια άλλη περίσταση, ο πρώην δημοσιογράφος των Times θυμάται ένα «λαβράκι» που είχε αποκαλύψει για μια κακοστημένη σκευωρία της CIA. Η διοίκηση Μπους το πήρε είδηση και τον κάλεσαν στον Λευκό Οίκο, όπου η τότε Σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας, Κοντολίζα Ράις, διέταξε τους Times να θάψουν την ιστορία.

 Όπως λέει ο Risen, η Ράις του είπε «να ξεχάσει την ιστορία, να καταστρέψει τις σημειώσεις του και να μην ξανακάνει άλλο τηλεφώνημα για να συζητήσει αυτό το θέμα με κανέναν.»

«Η διοίκηση Μπους πετύχαινε να πείσει τον Τύπο να κρατήσουν πίσω ή να καταπνίξουν ιστορίες εθνικής ασφάλειας. Και η διοίκηση Μπάρακ Ομπάμα που διαδέχθηκε κλιμάκωσε τον «πόλεμο κατά του Τύπου.»

Η διείσδυση της CIA και η κατασκευή συναίνεσης

Στην περίφημη μελέτη τους για τα ΜΜΕ των ΗΠΑ, «Κατασκευάζοντας συναίνεση: η πολιτική οικονομία των Μαζικών Μέσων Ενημέρωσης», οι E.S. Herman και N. Chomsky διατύπωσαν ένα «μοντέλο προπαγάνδας», δείχνοντας πώς «τα μέσα υπηρετούν και προπαγανδίζουν για λογαριασμό των ισχυρών κοινωνικών συμφερόντων που τα ελέγχουν και τα χρηματοδοτούν», μέσω «της επιλογής ορθά σκεπτόμενου προσωπικού και της εσωτερίκευσης από τους εκδότες και τους εργαζόμενους δημοσιογράφους των προτεραιοτήτων και των ορισμών της αξίας των ειδήσεων, που εναρμονίζονται με την πολιτική των θεσμών».

Αλλά, σε κάποιες περιπτώσεις, η σχέση ανάμεσα στις μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ και των εταιρικών μέσων δεν είναι μόνο αυτή της ιδεολογικής αστυνόμευσης ή της φιλίας, αλλά και μια σχέση υπαλληλική.

Στα 1950, η CIA ξεκίνησε μια μυστική επιχείρηση με κωδικό «Project Mockingbird», στην οποία παρακολουθούσε, επηρέαζε και χειραγωγούσε Αμερικανούς δημοσιογράφους και την κάλυψη των ειδήσεων, ξεκάθαρα με σκοπό να κατευθύνει την κοινή γνώμη εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης, της Κίνας και του αναπτυσσόμενου διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος.

Ο θρυλικός δημοσιογράφος Carl Bernstein, πρώην ρεπόρτερ της Washington Post, που βοήθησε στην αποκάλυψη του σκανδάλου Γουότεργκέητ, δημοσίευσε ένα σημαντικό πρωτοσέλιδο άρθρο στο Rolling Stone το 1977, με τίτλο: «Η CIA και τα ΜΜΕ: πώς τα ισχυρότερα μέσα της Αμερικής δουλεύουν χέρι με χέρι με την Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών και γιατί η Εκκλησιαστική Επιτροπή το συγκαλύπτει».

Ο Bernstein είχε στην κατοχή του έγγραφα της CIA που αποκάλυπταν ότι πάνω από 400 Αμερικανοί δημοσιογράφοι τα προηγούμενα 25 χρόνια «εκτελούσαν μυστικά αποστολές της CIA».

Έγραφε ο Bernstein:

«Κάποιες από τις σχέσεις αυτών των δημοσιογράφων με την Υπηρεσία ήταν διακριτικές, άλλες ήταν ολοφάνερες. Υπήρχε συνεργασία, διευκόλυνση και επικάλυψη. Οι δημοσιογράφοι παρείχαν μεγάλη γκάμα μυστικών υπηρεσιών -από απλή συγκέντρωση πληροφοριών, μέχρι του να υπηρετούν ως ενδιάμεσοι με κατασκόπους στις κομμουνιστικές χώρες. Οι ρεπόρτερ μοιράζονταν τα σημειωματάριά τους με τη CIA. Οι εκδότες μοιράζονταν το προσωπικό τους. Κάποιοι από τους δημοσιογράφους ήταν νικητές των βραβείων Πούλιτζερ, διακεκριμένοι ρεπόρτερ που θεωρούσαν τον εαυτό τους πρέσβη άνευ χαρτοφυλακίου εκ μέρους της χώρας τους. Οι περισσότεροι δεν ήταν τόσο επιφανείς: ξένοι ανταποκριτές που είδαν ότι η σχέση τους με την Υπηρεσία βοηθούσε τη δουλειά τους, αρθρογράφοι και ελεύθεροι επαγγελματίες που τους γοήτευε η τολμηρότητα της κατασκοπείας όσο και η σύνταξη άρθρων, και, η μικρότερη κατηγορία, υπάλληλοι πλήρους απασχόλησης της CIA που παρίσταναν τους δημοσιογράφους στο εξωτερικό. Σε πολλές περιπτώσεις, όπως δείχνουν τα έγγραφα της CIA, οι δημοσιογράφοι αναλάμβαναν εργασίες για τη CIA με τη σύμφωνη γνώμη της διεύθυνσης των μεγάλων ειδησεογραφικών οργανισμών της Αμερικής.»

Στην ουσία, όλα τα μεγάλα ειδησεογραφικά μέσα των ΗΠΑ συνεργάστηκαν με τη CIA, αποκάλυψε ο Bernstein, μεταξύ των οποίων το ABC, το NBC, το Ass. Press, το UPI, το Reuters, το Newsweek, οι εφημερίδες Hearst, η Miami Herald, η Saturday Evening Post, και η New York Herald‑Tribune.

 «Πάντως», προσθέτει, «η πιο πολύτιμη από αυτές τις συνεργασίες, σύμφωνα με τους αξιωματούχους της CIA, ήταν με τους NY Times, το CBS και το Time Inc.»

Τα επίπεδα αυτά κρατικής χειραγώγησης, λογοκρισίας και ακόμα και απευθείας κατασκευής των ειδήσεων δείχνουν ότι, όσο κι αν ισχυρίζονται ότι είναι ανεξάρτητα, οι New York Times και τα άλλα μέσα, ουσιαστικά λειτουργούν ως ντε φάκτο εκπρόσωποι τύπου της κυβέρνησης -ή τουλάχιστον των υπηρεσιών εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ.

Πηγή: globalresearch.ca
Μετάφραση: Μαντάτα

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: